9 Μαρτίου 2017

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ - 09 ΜΑΡΤΙΟΥ

Ἁγιολόγιον - Μάρτιος 09

● Οἱ Ἅγιοι σαράντα Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴ Σεβάστεια
● Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανός
● Ὁ Ἅγιος Καισάριος ἀδελφὸς Γρηγορίου Θεολόγου
● Οἱ Ἅγιοι παππούς, γιαγιά, πατέρας, µητέρα καὶ τὰ Δύο παιδιά τους
  
Οἱ Ἅγιοι σαράντα Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴ Σεβάστεια


  Καὶ οἱ 40 αὐτοὶ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες στὸ πιὸ ἐπίλεκτο τάγµα τοῦ στρατοῦ τοῦ Λικινίου. Ὅταν αὐτὸς ἐξαπέλυσε διωγµὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, οἱ Ἅγιοι 40 συλλαµβάνονται ἀµέσως ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀγρικόλα (στὴ Σεβάστεια). Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἐπαινεῖ καὶ τοὺς ὑπόσχεται ἀµοιβὲς καὶ ἀξιώµατα, γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς 40, ὁ Κάνδιδος, ἀπαντᾷ: «Εὐχαριστοῦµε γιὰ τοὺς ἐπαίνους τῆς ἀνδρείας µας. Ἀλλὰ ὁ Χριστός, στὸν ὁποῖο πιστεύουµε, µᾶς διδάσκει ὅτι στὸν καθένα ἄρχοντα πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουµε ὅ,τι τοῦ ἀνήκει. Καὶ γι᾿ αὐτὸ στὸ βασιλέα προσφέρουµε τὴν στρατιωτικὴ ὑπακοή. Ἄν, ὅµως, ἐνῷ ἀκολουθοῦµε τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν ζηµιώνουµε τὸ κράτος, ἀλλὰ µᾶλλον τὸ ὠφελοῦµε µὲ τὴν ὑπηρεσία µας, γιατὶ µᾶς ἀνακρίνεις γιὰ τὴν πίστη ποὺ µορφώνει τέτοιους χαρακτῆρες καὶ ὁδηγεῖ σὲ τέτοια ἔργα;». Ὁ Ἀγρικόλας κατάλαβε ὅτι δὲν µποροῦσε νὰ τοὺς ἐπιβληθεῖ µὲ ἤρεµο τρόπο καὶ διέταξε νὰ τοὺς βασανίσουν. Ὁπότε, µία παγωµένη χειµωνιάτικη νύχτα, τοὺς ρίχνουν στὰ κρύα νερὰ µίας λίµνης. Τὸ µαρτύριο ἦταν φρικτό. Τὰ σώµατα ἄρχισαν νὰ
µελανιάζουν. Ἀλλ΄ αὐτοὶ ἐνθάῤῥυναν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, λέγοντας: «Δριµὺς ὁ χειµών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος. Λίγο ἂς ὑποµείνουµε καὶ σὲ µία νύχτα θὰ κερδίσουµε ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα». Ἐνῷ προχωροῦσε τὸ µαρτύριο, ἕνας µόνο λιποψύχησε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴν λίµνη. Τὸν ἀντικατέστησε ὅµως ὁ φρουρὸς (Ἀγλάιος), ποὺ εἶδε τὰ στεφάνια πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους. Ὁµολόγησε τὸ Χριστό, µπῆκε στὴ λίµνη καὶ µαζί µε τοὺς 39 παίρνει καὶ αὐτὸς τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου, ἀφοῦ µισοπεθαµένους τους ἔβγαλαν τὸ πρωὶ ἀπὸ τὴν λίµνη καὶ τοὺς συνέτριψαν τὰ σκέλη.  
Κατὰ τοὺς Παρισινοὺς Κώδικες 1575 καὶ 1476 τὰ ὀνόµατά τους ἦταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ἢ Κλαύδιος), Δόµνας, Εὐτύχιος (ἢ Εὐτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Ἀγγίας, Ἡσύχιος, Εὐνοϊκός, Μελίτων, Ἠλιάδης (ἢ Ἠλίας), Ἀλέξανδρος, Σακεδὼν (ἢ Σακερδών), Οὐάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ἡράκλειος, Ἐκδίκιος, (ἢ Εὐδίκιος), Ἰωάννης, Φιλοκτήµων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ἢ Ξανθίας), Οὐαλέριος, Νικόλαος, Ἀθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίµαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σµάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Ἀέτιος, Ἀκάκιος, Δοµετιανὸς (ἢ Δοµέτιος), 2 Γοργόνιοι, Ἰουλιανός, (ἢ Ἐλιανὸς ἢ Ἠλιανός), καὶ Ἀγλάιος ὁ καπικλάριος. (Ὁρισµένοι Κώδικες ἀναφέρουν καὶ ἐπιπλέον τῶν 40 ὀνόµατα, ὅπως αὐτὰ τῶν Ἁγίων Ἀειθαλᾶ, ἄλλου Γοργονίου κ.λπ.).
 
 Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανός
Ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν συγκλητικῶν, καὶ ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα στὸ σφοδρὸ διωγµὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς ἐξαπέλυσε τὸ διάταγµά του κατὰ τῶν χριστιανῶν, προσκάλεσε πρῶτα τοὺς συγκλητικοὺς καὶ δήλωσε ὅτι, ἂν κανεὶς ἀπ΄ αὐτοὺς ἦταν χριστιανός, θὰ τὸν συγχωροῦσε, ἀφοῦ τὸ δηλώσει ἀµέσως καὶ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Οὐρπασιανὸς ἄκουσε τὴν δήλωση τοῦ βασιλιᾶ, στὸ τέλος δέ, ἀντὶ ἄλλης ἀπάντησης, ἀφαίρεσε µόνος του τὰ σήµατα τοῦ ἀξιώµατός του καὶ τὰ παρέδωσε σ΄ αὐτόν. Ὁ Διοκλητιανὸς θύµωσε καὶ διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν. Στὴν ἀρχὴ τὸν
µαστίγωσαν µὲ νεῦρα ἀπὸ βόδι καὶ µισοπεθαµένο τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Κατόπιν διάφοροι φίλοι του συγκλητικοί, προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ κρατήσει τὸ ἀξίωµά του. Ἀλλ΄ ὁ Οὐρπασιανὸς ἔµεινε πιστὸς στὴν ἀπόφασή του. Τότε ἀποφασίστηκε ὁ θάνατός του. Τοῦ ἄνοιξαν λοιπὸν τὶς πλευρὲς µὲ σιδερένια ὄργανα, καὶ ὕστερα ἔβαλαν στὶς πληγές του ἀναµµένες λαµπάδες. Τόσο δὲ τὰ ἐγκαύµατα ὅσο καὶ ὁ καπνὸς ἐπέφεραν τὸ µαρτυρικό του τέλος.
 
 Ὁ Ἅγιος Καισάριος ἀδελφὸς Γρηγορίου Θεολόγου


  Ἦταν ὁ µικρότερος ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ γεννήθηκε στὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας τὸ ἔτος 330. Γονεῖς του ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος καὶ ἡ εὐσεβέστατη Νόννα. Μεγαλύτερη ἀδελφή του ἦταν ἡ ἁγία Γοργονία. Μετὰ τὴν βασική του ἐκπαίδευση, ὁ Καισάριος ἀκολούθησε τὸν µεγαλύτερο ἀδελφό του γιὰ ἀνώτερες σπουδὲς στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ τῆς Παλαιστίνης καὶ κατόπιν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου σπούδασε µαθηµατικά, ἀστρονοµία, φιλοσοφία, ῥητορικὴ καὶ ἰδιαίτερα ἰατρική, ποὺ ἀγάπησε καὶ περισσότερο. Ἔπειτα πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ βασιλιὰς Κωνστάντιος καὶ ὁ λαὸς τὸν δέχτηκαν µὲ τιµές, καὶ διορίστηκε γιατρὸς τῶν ἀνακτόρων. Οἱ εὐεργεσίες ποὺ πρόσφερε σ΄ ὅλους ἦταν μεγάλες.
Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, ὁ Καισάριος δὲν συµβιβάστηκε µαζί του καὶ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλες τὶς τιµὲς καὶ τὶς ἐξουσίες ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ Ἰουλιανός, ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του Ναζιανζό, ὅπου ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ γιατροῦ, εὐεργετώντας πλῆθος συνανθρώπων του.
Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Οὐάλης (364), ὁ Καισάριος ἐπέστρεψε πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀναδείχθηκε «ἐπιµελητὴς θησαυρῶν καὶ ταµίας τῶν δηµοσίων χρηµάτων» στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ ἐπιδόθηκε σὲ νέες εὐεργεσίες πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πάσχοντες. Ἡ ἀσκητική του ἐγκράτεια ὅµως, καθὼς καὶ οἱ πολλὲς µέριµνες καὶ δοκιµασίες, προσέβαλαν τὴν ὑγεία του. Ἀῤῥώστησε βαριὰ καὶ στὶς 10 Μαρτίου 368 πέθανε. Τὸ ἱερό του λείψανο µεταφέρθηκε στὴν Ἀριανζὸ καὶ ἐναποτέθηκε σὲ τάφο, ποὺ εἶχε λατοµηθεῖ γιὰ τοὺς γονεῖς του.
 
Οἱ Ἅγιοι παππούς, γιαγιά, πατέρας, µητέρα καὶ τὰ Δύο παιδιά τους
 Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
----------------------------------------------------------------------------
ΠΗΓΗ: Αγιολόγιον intex split 006



Άγιοι Χρίστος ο Ιερέας και Πανάγος οι Νεομάρτυρες


Οι δύο Ηλείοι Άγιοι Νεομάρτυρες Χρίστος και Πανάγος, που κατά την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας και μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα για τους υπόδουλους Έλληνες της Πελοποννήσου μαρτύρησαν, γεννήθηκαν «ο μεν άγιος και ιερός Πανάγιος (Πανάγος) εις μίαν χώραν της Αρχαίας Ήλιδας ονομαζόμενην κατά το παλαιόν, κατά δε την βαρβαρικήν συνήθειαν Γαστούνην», «ο δε θαυμάσιος Χριστός (Χρίστος) εις ένα χωριόν της αυτής πόλεως Ανδραβίδα κατά κοινόν λόγον».
Και οι δύο προέρχονταν από γονείς που είχαν αλλαξοπιστήσει, δυστυχώς, λόγω πιέσεων και διωγμών των κατακτητών Τούρκων. Σε αντίθεση με τους γονείς τους, αμφότεροι οι Άγιοι μας αυτοί, επρόκοπταν στην αρετή και τρέφονταν με φόβο Θεού και με τις εντολές του Ευαγγελίου. Διακρινόντουσαν δε μεταξύ των συμπατριωτών τους, που τους έδειχναν μεγάλη εκτίμηση. Ο Πανάγος μάλιστα ψηφίστηκε επανειλημμένως, επί Ενετοκρατίας, συνοδικός της Γαστούνης. Διαφορετικού χαρακτήρα ο Χρίστος, αποστρέφονταν τα πολιτικά και πόθο ζωηρό είχε «να γένει ιερεύς υπανδρός και να μη θολώνεται το νοερόν της ψυχής του από ταις απάταις του κόσμου και ματαιότητες». Γι’ αυτό αργότερα χειροτονήθηκε ιερεύς στην Πάτρα.
Κατά το έτος 1715 μ.Χ. η Πελοπόννησος, μετά τριάντα χρόνια κυριαρχίας των Βενετών, περιήλθε και πάλι υπό τον ζυγό των Τούρκων, οι οποίοι επιδόθηκαν σε λεηλασίες και σφαγές εκείνων που δεν δέχονταν να προσκυνήσουν τον Αλλάχ. Ερήμωσε τότε ο τόπος και όλοι αναζητούσαν οδό διαφυγής. Όσοι παρέμειναν στο τόπο τους έγιναν «υπήκοοι ραγιάδες, καθώς τους έλεγαν οι βάρβαροι».
Κάποια μέρα ο Πανάγος κλήθηκε από τον διοικητή της περιοχής Τούρκο Οσμάν «να αρνηθή την ευσέβειαν». Ο άγιος μας του απάντησε χωρίς φόβο, «λέγοντας, πως, και ετράφη χριστιανός και ο Χριστός ήταν η πνοή του, καύχημα και αγαλλίασις». Γι’ αυτό ήταν αδύνατο να κάνει ό, τι του έλεγε. «Ο πασάς δεν τον επείραξεν περισότερον» και «τον εσυμβούλευεν, ως ηγαπημένον του, να αναχωρήση εις άλλον τόπον δια να φυλαχθή έως ότου παύση ο διωγμός της πίστεως η να ακολουθήση αυτόν τον ίδιον εις Κέρκυραν, δια να φύγη τον κίνδυνον». Ο Πανάγος «έβαλεν κατά νούν να υπάγη εις Κέρκυραν», αλλά ασθένησε βαριά. Όταν ανέλαβε δυνάμεις και πάλι προσκλήθηκε «να παρρησιάσθη έμπροσθεν και αποκριθή, η να αρνηθή την ευσέβειαν» και να αποδεχθεί τον Μωαμεθανισμό, άλλως τον περιμένουν στερήσεις και παιδέματα, δήμευση της περιουσίας του και τέλος ο δια ξίφους θάνατος.
Οδεύοντας με συνοδεία, προσεύχεται ενδόμυχα και φτάνει ακολούθως προ του Μουράτ αγά, ομολογώντας απερίφραστα και με δύναμη ψυχής την πίστη του στον Χριστό, ενώ «εκαταγέλα τα παραθύθια του Μωάμεθ και τα φλυαρίσματα». Τότε ο «δικαστής», εξέδωσε την απόφαση να τον αποκεφαλίσουν. «Και ευθύς ο άγιος αυτοθελήτως με πολλήν χαράν» ακολουθεί τον δήμιο στον τόπο της εκτελέσεως της αποφάσεως. «Απετμήθη την πρώτην του Μαρτίου μηνός κατά το 1716». Επί δύο ημέρες το «άγιον αυτού λείψανων έμεινεν εκεί εις τον ίδιον τόπον, ερριμένον δια να το φάγουν τα σκυλιά και τα όρνεα, δια να μην το πάρουν και το θάψουν οι ευσεβείς». Το σώμα του αγίου, κατά θεία ευδοκία δεν έπαθε τίποτα. Το σεβάστηκαν και τα ζώα. Εξαγριωμένοι τότε ο δήμιοι του αποκόπτουν το κεφάλι, το ψήνουν και το πετούν εκεί κοντά για να το φάνε τα σκυλιά. «Εκείνα ουδέ ούτω την επείραξαν ολοτελώς». Τότε και οι ενάντιοι θαύμασαν και επέτρεψαν στους Χριστιανούς, την τετάρτη πλέον ημέρα, «και επήραν το άγιον λείψανον και το ενταφίασαν μέσα εις τον ναόν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου της αυτής πόλεως» (Γαστούνης).
Ο έτερος των νεομαρτύρων, «ο θαυμάσιος Χρίστος», συνελήφθη και αυτός και παρέμενε σιδηροδέσμιος στη φυλακή, μέχρις ότου ο τύραννος δικαστής τον κάλεσε και τον προέτρεπε να μην χάσει τούτη την γλυκύτατη ζωή και «τα δύο άκακα βρέφη» (τα παιδία του) «και την γυναίκα» του. Ο μετ’ ολίγον μάρτυς δεν ενδίδει ούτε και πτοείται απ’ τις απειλές. Παραμένει αμετακίνητος στην πίστη του, με αποτέλεσμα «ο τύραννος με θυμόν πολύν επρόσταξεν να δείρουν τον άγιον δια να σωφρονισθή και να μη μιλή με τόσην αυθάδειαν». Τον ξαναρίχνουν στην φυλακή, ελπίζοντας ότι θα καμφθεί, αλλά εκείνος, συνεχώς προσευχόμενος παραμένει ακλινής. Επιστρατεύεται ακόμη και η γυναίκα του, που τον επισκέπτεται στη φυλακή και με παρακάλια θερμά και ασταμάτητα, προσπαθεί να μεταπείσει τον ιερέα άνδρα της, που τελικά υπεχώρησε και της υποσχέθηκε, ότι, την επόμενη μέρα, θα πράξει κατά τη συμβουλή της. Η απροσδόκητη αυτή απάντηση διαδόθηκε σ’ όλη την πόλη, γεμίζοντας χαρά τους αλλόπιστους και στεναχωρώντας τους χριστιανούς.
Ο Μουράτ, επιδεικνύοντας τη δύναμη του, προστάζει όλους τους ιερείς της πόλεως να καταθέσουν αν υπάρχουν ακόμη αρνητές της πίστεως κάτοικοι της περιοχής. Κι’ εκείνοι απάντησαν ότι δεν ξέρουν κανένα. Θύμωσε τότε ο τύραννος και πρόσταξε να εγκλεισθούν όλοι τους στη φυλακή, όπου υπήρχε και ο Χρίστος, τον οποίον «εις επήκοον πάντων, ο προεστότερος» (των κληρικών συγκρατουμένων του) στιγμάτισε με σκληρά λόγια για την απόφαση του. Ο ιερέας Χρίστος αναστέναξε από βάθους καρδιάς και ευθύς μετεμελήθη, προς χαρά όλων των συμπρεσβυτέρων του, που δόξαζαν τον Αρχηγό της Πίστεως Ιησού και ενίσχυσαν τον συνάδελφο τους να προχωρήσει προς το μαρτύριο. Ο Χρίστος «όλην εκείνειν την νύκτα επέρασε με ευχάς, ψαλμωδίας και δάκρυα». Το πρωί «οι βάρβαροι εκαρτερούσαν με μεγάλην χαράν, δια να ασεβήση» ο δέσμιος Ιερέας.
Όμως, προς μεγάλη λύπη τους, ο Χρίστος, προ του Μουράτ, μεταξύ άλλων, είπε: «Ευχαριστώ τον Χριστόν μου και βασιλέα της κτίσεως, όπου δεν με άφησε να πέσω εις την απώλειαν, αλλά μου έστειλε οδηγούς σωτήριους και με εχειραγώγησαν πάλιν εις την ευσέβειαν». Και κοιτάζοντας εις τους ουρανούς έλεγε∙ «Μη γένοιτο, Χριστέ μου, να σε αρνηθώ ποτέ, αλλά θέλω αποθάνει δια το ονομάσού το άγιον». Στρεφόμενος δε προς τους δήμιους του λέει: «Χριστιανός ήμουν και είμαι και τον Χριστόν σέβομαι συν τω Πατρί και αγίω Πνεύματι». Οι λόγοι του αγίου μας «ετάραξαν δυνατά τους ασεβείς και επρόσταξαν παρευθύς χωρίς αργητά να τον αποκεφαλίσουν». Ο γνήσιος ιερεύς του Κυρίου έκλινε γόνυ και φονεύθηκε δια ξίφους, έμεινε δε άταφος επί τέσσερες ημέρες. Με έγκριση των φονιάδων του ετάφη «εις την ίδια εκκλησίαν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου, εις τον τάφον όπου ενταφίασαν και τον άγιον μάρτυρα Πανάγον… Ετελειώθη δε ο θαυμάσιος Χρίστος εις τας εννέα του Μαρτίου μηνός, τον ίδιον χρόνον όπου εμαρτύρησεν και ο ιερός Πανάγιος (1716), εις καύχημα της Ορθοδοξίας και έπαινον».

Οι άγιοι τιμώνται στις 9 Μαρτίου και η ακολουθία τους συμψάλλεται με την ακολουθία των τεσσαράκοντα μαρτύρων (βλέπε ίδια ημέρα).





ΠΗΓΗ: http://www.saint.gr/03/09/index.aspx

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Αναγνώστες